el-GRen-USru-RU

Μνημεία των Κυθήρων

Τα Κύθηρα είναι ένα από τα μέρη  της Ελλάδος, τα οποία διαθέτουν αρχαιολογικό και αρχιτεκτονικό  πλούτο.

Κατά το παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο, διεξήχθησαν  αρχαιολογικές ανασκαφές σε πολλά σημεία του νησιού με ικανοποιητικά ευρήματα. Οι περιοχές  στις οποίες είχαμε  αρχαιολογικές  έρευνες   ήταν  στη  Χώρα ( θέση Λιονής), στο Καστρί Παλαιοπόλεως, στο Διακόφτι, στον Καραβά και αλλού. 

Οι πιο σημαντικές έρευνες διεξήχθησαν το 1963-1965 στο Καστρί από Άγγλους και Αμερικανούς Αρχαιολόγους  οι οποίοι αποκάλυψαν αξιόλογο οικισμό Μινωϊκής εποχής και το 1995-97 από τον καθηγητή  Ι. Σακελλαράκη στον Άγιο  Γεώργιο στο Βουνό    όπου αποκαλύφθηκε ασύλητο Ιερό Κορυφής Μινωικής Εποχής. Εκεί βρέθηκαν 84 ειδώλια και πολλά άλλα ενδιαφέροντα αντικείμενα. Επίσης ανασκαφές διεξήγαγε ο αρχαιολόγος  Άρης  Τσαραβόπουλος στο Σπήλαιο Χουστή στο Διακόφτι με αρκετά ευρήματα προϊστορικής και άλλων εποχών, στο Παλαιόκαστρο  και στον Καραβά.

Πέραν  των ανασκαφών και των αρχαιολογικών αντικειμένων που βρέθηκαν, στα Κύθηρα υπάρχουν πολλά μνημεία, κυρίως Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής εποχής ιδιαίτερης σημασίας.

Σημαντικότατος  είναι  ο ερειπωμένος  Βυζαντινός οικισμός της Παλαιοχώρας ( Αγίου Δημητρίου ) που μοιάζει με τον Μυστρά σε  μικρότερη όμως  κλίμακα. Υπήρξε η πρωτεύουσα του νησιού από τον 13ο αιώνα ως τον 16ο   αι. , οπότε και καταστράφηκε το 1537 από τον  πειρατή  και αρχιναύαρχο  του Τουρκικού στόλου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Στην Παλιόχωρα σώζονται ερείπια πολλών κατοικιών και 23 εκκλησιών, από τις οποίες καλύτερα διατηρούνται ο Άγιος Αντώνιος και η Αγία Βαρβάρα. Εξ άλλου,  πρόσφατα συντηρήθηκε το υψηλότερα σωζόμενο τμήμα τείχους από το συγκρότημα που ονομάζεται « Κάστρο».

Αξιόλογο είναι το Κάστρο  του Μυλοποτάμου, πιθανότατα του 16ου αιώνα, στο οποίο διατηρούνται  πολλές κατοικίες και αρκετές εκκλησίες σημαντικότερη από τις οποίες είναι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που χρονολογείται γύρω στο 1510-1518.



Στον Αυλαίμονα επί  Ενετοκρατίας ( 1725) κατασκευάστηκε μικρό φρούριο (castello)  για να προστατεύει  τα πλοία που ελλιμενίζονταν εκεί από επιθέσεις πειρατών ή και άλλων εχθρικών δυνάμεων.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι τοιχογραφημένες   βυζαντινές εκκλησίες που βρίσκονται σ’ όλο σχεδόν το νησί. Δυστυχώς, είναι κλειδωμένες και απροσπέλαστες από το ευρύ κοινό, το οποίο ίσως μπορέσει  να επισκεφθεί κάποιες από αυτές μετά  από συνεννόηση με τους αρμόδιους αρχαιοφύλακες.


Οι εκκλησίες αυτές είναι συνολικά 37, αλλά οι πιο σημαντικές είναι οι εξής:
Ο Άγιος Ανδρέας στο Λιβάδι με τρείς φάσεις τοιχογράφησης. Η  α΄του  τέλους του 10ου – αρχών του 11ου αιώνα. Η  β΄φάση του 13ου αιώνα και η γ΄φάση είναι του 16ου και του 17ου αιώνα.

Ο Άγιος Δημήτριος στο Πούρκο: σύμπλεγμα τεσσάρων Ναών που μεταξύ τους διαμορφώνουν τετράπλευρο, με μια πόρτα εισόδου από τα δυτικά. Ο νότιος Ναός είναι  αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο, ο βορειοανατολικός στην Παναγία. Ο βόρειος στον Άγιο Νικόλαο και ο νοτιοδυτικός στον Αρχάγγελο Μιχαήλ ή στον Άγιο Βασίλειο, σύμφωνα με την παράδοση. Διασώζει ιδρυτική επιγραφή του 13ου αιώνα, με το όνομα του ζωγράφου Δημητρίου, αρχιδιακόνου από τη Μονεμβασία και τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τον 13ο μέχρι τον 18ο αιώνα.  

Ο Άγιος Πέτρος στους Αραίους  είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής  μεταβατικού τύπου ναός με οκταγωνικό τρούλο. Δεν διαθέτει  νάρθηκα και χρονολογείται στον 13ου αιώνα. Διασώζει στρώμα βυζαντινών και μεσοβυζαντινών τοιχογραφιών. Στο μνημείο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης των τοιχογραφιών και αποκατάστασης από την 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Ο  Άγιος  Νίκων στα Ζαγλανικιάνικα είναι  μονόχωρος τετράγωνος ναός του λεγόμενου κυθηραϊκού   τύπου με λίγες τοιχογραφίες που χρονολογούνται στον 13 ο αιώνα. Υπάρχουν  και λίγες μεταβυζαντινές του 16 ου  αιώνα.

Η Αγία Βαρβάρα στην Παλιόχωρα:  Ο εγγεγραμμένος σταυροειδής  μεταβατικού τύπου με τρούλο Ναός, χωρίς τοιχογραφίες, δεσπόζει στην βυζαντινή καστροπολιτεία του Αγ. Δημητρίου στην Παλαιόχωρα και ξεχωρίζει για τις ραδινές αναλογίες, τον υψηλό οκταγωνικό τρούλο και την χαρακτηριστική στέγαση με τον τοπικής προέλευσης σχιστόλιθο (χελόπλακα). 

Άξια  ιδιαίτερης προσοχής είναι τα  Ιερά Προσκυνήματα των Κυθήρων, αν και  όλα είναι χτισμένα μετά τον 18ο αιώνα.

Η Παναγία Μυρτιδιώτισσα που χτίστηκε  στα μέσα του 19 ου αι. από τον  ηγούμενο Αγαθάγγελο Καλλίγερο, είναι το πιο σημαντικό προσκύνημα των Κυθήρων και η φήμη του δεν είναι μόνο Πανελλήνια, αλλά έχει πλέον διαδοθεί από την κυθηραϊκή Ομογένεια στην Αυστραλία και στην Αμερική. 

Το συγκρότημα της Μονής Μυρτιδίων αποτελείται από α) το Καθολικό στο κέντρο που ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με υπερυψωμένο το κεντρικό κλίτος, νάρθηκα και υπερώο (γυναικωνίτη), στο κατώτερο επίπεδο του οποίου βρίσκεται ο αρχικός Ναός της Παναγίας, β) κελιά που διατάσσονται βόρεια και νότια του Καθολικού, στα οποία φιλοξενούνται κυρίως πιστοί για τη νηστεία των πρώτων 15 ημερών του Αυγούστου (δεκαπεντισμός), γ) Κωδωνοστάσιο στα ΒΑ του Καθολικού, από πωρόλιθο, συνολικού ύψους  26μ., με εντυπωσιακούς τοξοειδείς σχηματισμούς στα μέτωπα των τεσσάρων ορόφων, δ) Ναϊδριον  της Αγίας Τριάδος, μονόχωρο καμαροσκεπές, μεταβυζαντινών χρόνων. Ο αρχικός Ναός της Παναγίας έχει προσαρμοσθεί στη φυσική διαμόρφωση βραχώδους ανοίγματος στο οποίο υπάρχει αβαθής κόγχη στα βόρεια για τη φιλοξενία της εικόνας της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, χώρος που υπομνηματίζει στην εύρεσή της.  Σήμερα στο παλαιό Καθολικό υπάρχει εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, με αργυρή επένδυση και επιγραφή: Διά σπουδής και δαπάνης  CK CK + X Ιερομονάχου και  ηγουμένου Καλούτζη, ποίημα Θεοφίλη Σπιθάκη. 

Το νεώτερο Καθολικό στη μορφή που διατηρείται σήμερα, ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής , με μαρμάρινο τέμπλο και επιγραφή που μας πληροφορεί ότι το φιλοτέχνησαν καλλιτέχνες από την Τήνο, το έτος 1856. Εντυπωσιακό είναι το κωδωνοστάσιο στα ΒΔ του Καθολικού, ύψους 26μ. εξ ολοκλήρου από πωρόλιθο το οποίο διακοσμήθηκε από τον Κυθήριο καλλιτέχνη Νικόλαο Φατσέα  (Φουριάρη) το 1888. Κελιά διατάσσονται βόρεια και νότια του Καθολικού στα οποία φιλοξενούνται πιστοί  για τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου και ευλαβείς προσκυνητές (δεκαπεντιστές). 
Η παράδοση αφηγείται για την εύρεση της εικόνας το 1160 ή τον 15ο αιώνα, στην περιοχή της σημερινής Μονής –μέσα σε φυτά μυρτιάς- από ένα βοσκό, σκηνή η οποία ενσωματώθηκε στην κατώτερη ζώνη του ενδύματος της εικόνας που φιλοτεχνήθηκε από το Νικόλαο Θεόφιλο Σπιθάκη το 1837 Μρ 12, όπως πληροφορούμεθα από τη χαραγμένη στο ένδυμα επιγραφή. Εορτάζει την 24η Σεπτεμβρίου.

Η Αγία Μόνη : Όπως μας πληροφορεί επιγραφή στο δυτικό υπέρθυρο του Καθολικού της Μονής: :  «Ήρξατο η ανακαίνισις του ιερού Ναού της Αγίας Μόνης κατά το έτος 1840 δι’ επιμελείας και διευθύνσεως του Πανιερωτάτου Επισκόπου Προκοπίου Καλλονά». Η ανακαίνιση της Μονής συνδέεται με τάμα του Στρατάρχη της Εθνικής Επαναστάσεως του 1821, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος βρέθηκε πριν από την έναρξη της επαναστάσεως στο χώρο της Μονής. Στο εσωτερικό του Ναού επιγραφή μας ενημερώνει για την φροντίδα της Μονής στη μορφή που βλέπουμε σήμερα, το 1868. Στο χώρο της Μονής εντοπίζονται κατάλοιπα προγενέστερων κτισμάτων (πιθανώς του 17ου αιώνα) . 
Στη Μονή φυλάσσεται  εικόνα της Παναγίας με αργυρό ένδυμα, σε μαρμάρινο εικονοστάσιο.  Στο ένδυμα είναι χαραγμένη η προσωνυμία της Θεοτόκου «Η Μόνη Πάντων Ελπίς». Το τέμπλο του ναού είναι ξυλόγλυπτο με την επιγραφή: «Χειρί Ιωάννου Αργύρη 1841 Ιούλιος». Εορτάζει την 6η Αυγούστου (εορτή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος).
 
Στο προαύλιο του ναού, λίγο μετά την είσοδο στον χώρο του ιερού προσκυνήματος υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με απόσπασμα των Απομνημονευμάτων του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, το οποίο αναφέρεται στην επίσκεψή του στον ιερό χώρο και στο τάμα του που τον αξίωσε ο Θεός να εκπληρώσει. Βόρεια και Δυτικά του ναού υπάρχουν κελιά όπου προσκυνητές από 1-15 Αυγούστου «δεκαπεντίζουν», ενώ στη βόρεια πλευρά του ναού έχει ανεγερθεί περικαλλές πώρινο κωδωνοστάσιο. Η θέα από την Αγία Μόνη προς το Διακόφτι και τα κεντρικά Κύθηρα είναι μοναδική. 

Η  Αγία  Ελέσα  έχει ανεγερθεί στη θέση ερειπίων παλαιότερου ναού το 1871. Είναι  μονόχωρος –ρυθμού μονόκλινης βασιλικής- μεγάλων διαστάσεων ναός. Νεώτερα κελιά κτίστηκαν στα βόρεια και στα δυτικά του ναού. Στα ΒΔ κατασκευάστηκε πριν από 50 περίπου χρόνια το  τριώροφο κωδωνοστάσιο. Στο νότιο τοίχο του Ναού αποδίδεται σύγχρονη παράσταση με κεντρικό θέμα την Αγία Ελέσα, σε προτομή περιβαλλόμενη από δώδεκα σκηνές του βίου και του μαρτυρίου της.  Στα νοτιοδυτικά του ναού σημειώνεται η θέση του δέντρου όπου κρέμασε ο πατέρας της την Αγία διότι απαρνήθηκε τα είδωλα και ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό.  Σήμερα έχει κτιστεί στη θέση αυτή ένα μικρό εικονοστάσι. Είναι τοπική Αγία η οποία μαρτύρησε στα Κύθηρα το 375 μ.Χ. και η μνήμη της εορτάζεται  την 1η Αυγούστου.

Ο Όσιος Θεόδωρος (13ος αιώνας): Ο Όσιος Θεόδωρος, Προστάτης των Κυθήρων, σύμφωνα με το βίο του, γεννήθηκε στην Κορώνη μεταξύ των ετών 870-890. Μεγάλωσε και σπούδασε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά. Η επιθυμία του να μονάσει τον έφερε στη Ρώμη και κατόπιν στη Μονεμβασία. Από εκεί ήρθε στα Κύθηρα περί το 921 μ.Χ., όταν η νήσος ήταν «έρημος και αοίκητος»λόγω των επιδρομών τω Σαρακηνών της Κρήτης και εμόνασε στον παλαιό χριστιανικό Ναό των αγίων Σεργίου και Βάκχου. Το 922, στις 12 Μαΐου ο Όσιος Θεόδωρος πέθανε και λίγο καιρό μετά το θάνατό του ναύτες βρήκαν άθικτο το λείψανό του. Τρία χρόνια αργότερα, το 925, Μονεμβασιώτες έθαψαν το λείψανο του αγίου. Η παλιά εκκλησία των αγίων Σεργίου και Βάκχου ξαναχτίστηκε από Μονεμβασιώτες και αφιερώθηκε στον Όσιο Θεόδωρο. Με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε μοναστήρι, το οποίο απέκτησε περιουσία, την οποία καλλιεργούσαν οι ιερωμένοι, κοσμικοί και μοναχοί. Το χρονικό του Κυθήριου μοναχού Χειλά αποτελεί πολυτιμότατη πηγή για την ιστορία του μοναστηριού. Είναι μια έκθεση-αναφορά προς τους Βενιέρους, η οποία εγράφη περί το 1460. Γύρω στα 1630 ο Επίσκοπος Κυθήρων Αθανάσιος Βαλεριανός ανακαίνισε το Ναό του Οσίου, στον οποίο  έγιναν διάφορες μετατροπές και προσθήκες.

Το προσκύνημα των  Aγίων Αναργύρων στο Ξερουλάκι  βρίσκεται στα ανατολικά παλαιότερου μοναστηριού, και σύμφωνα με την υπάρχουσα επιγραφή στο υπέρθυρο του περιβόλου κτίσθηκε το έτος 1825. ο περίβολος της Μονής συνδέεται με την παλαιότερη φάση του μνημείου, από την οποία διακρίνονται ερείπια κελιών, του παλαιού καθολικού νοτιότερα του σημερινού, η δυτική πλευρά του θόλου με δύο θύρες και ανατολικά ερείπια κόγχης. Σώζονται εξάλλου ερείπια πύργου με τις πολεμίστρες του. Σύμφωνα με κληρονομική διάταξη στο μοναστήρι εφημερεύει ο εκάστοτε ιερέας της οικογένειας Μεγαλοκονόμου ή Μεταξά, της οποίας αποτελεί και ιδιοκτησία. Σε εικονοστάσιο στο κεντρικό κλίτος του νεώτερου Ναού φυλάσσεται εικόνα των Αγίων Αναργύρων, με αργυρή επένδυση, σε απόδοση του 19ου αιώνα. Εορτάζει την 1η Ιουλίου και την 1η Νοεμβρίου. 


Παναγία  Ορφανή  Μυλοποτάμου : Το προσκύνημα βρίσκεται 3 χιλιόμετρα ΒΔ του Μυλοποτάμου, μέσα σε κατάφυτο τοπίο από κέδρους, σχίνα και πουρνάρια. Διαθέτει Ναό ενταγμένο μέσα σε σπήλαιο μήκους 8μ. και πλάτους 7μ. και κελιά εκτός αυτού στα ΒΔ. Από την παράδοση συνδέεται με την οικογένεια του Ιωάννη Δαρμάρου. Στο δυτικό μέρος του σπηλαίου υπάρχει επιμήκης, χαμηλή προέκταση με ίχνη Αγίας Τράπεζας, όπου παλαιότερα λειτουργούσε ο ιερέας. Στο χώρο αυτό βρέθηκε το εικονίδιο της Παναγίας Ελεούσας, με την επωνυμία Ορφανή.  Σήμερα η Εύρεση αυτή είναι εγκαταλελειμμένη.

Το εικονίδιο φέρει αργυρή επένδυση και βρίσκεται στο Ναό, καθώς και η μεγάλη εικόνα της Παναγίας Ελεούσας, Ορφανής, με αργυρή επένδυση που φιλοτεχνήθηκε από το Νικόλαο Θεοφίλου Σπιθάκη το 1837. Το Άγιο Βήμα είναι τρισυπόστατο, με το καθολικό στο μέσον της Θεοτόκου, του Αγίου Γεωργίου αριστερά και των τριών Αγίων προστατών της Επτανήσου Σπυρίδωνος, Διονυσίου και Γερασίμου δεξιά. Το Προσκύνημα διαθέτει πέντε κελιά, το ένα από τα οποία είναι ξενώνας και μια τραπεζαρία. 

Η μνήμη της Παναγίας Ορφανής εορτάζεται την 15η και την 23η Αυγούστου. 

Ο Άγιος Ιωάννης ο εν Κρημνώ (17ος αιώνας) : σε ύψος περίπου 60μ. και ανεβαίνοντας 12 σκαλιά, φτάνουμε στη θύρα εισόδου του συγκροτήματος, όπου εντοπίζουμε την επιγραφή ανακαίνισης της Μονής από κάποιο μοναχό Ιωαννίκιο Σανίνο το 1725. Μέσω λίθινης σκάλας μπαίνουμε σε καμαροσκεπή στοά μήκους 6μ. και ύψους 2μ. επάνω από την οποία είχε κτισθεί ξενώνας, που χωριζόταν σε 2 αίθουσες (κελιά) και ένα μαγειρείο.   Επάνω από την έξοδο της στοάς υπάρχει άλλη επιγραφή δυσανάγνωστη που διασώζει το «εκ βάθρων» και σημαίνει την πρώτη ανέγερση. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση ο αρχικός ξενώνας κτίσθηκε γύρω στο 1600 και φιλοξενούσε 5-6 μοναχούς. Σε επαφή με τον ξενώνα υπάρχει μικρή δεξαμενή (στέρνα).  Συνεχίζοντας την ανάβαση βρισκόμαστε μπροστά σε μικρό σπήλαιο. Δεξιά διακρίνονται, στη ρίζα του κρημνού, θεμέλια κτίσματος, πιθανόν από τον παλαιότερο ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Σε συναξάριο του 1857 υπάρχει επιγραφή που αναφέρει ότι στο Σπήλαιο αυτό εμπνεύσθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος την Αποκάλυψη και αναφέρεται ότι στη Μονή εορταζόταν η Γέννηση του Προδρόμου. 

Η ανάβαση καλό είναι να πραγματοποιείται απογευματινές ώρες όταν η θερμοκρασία περιβάλλοντος πέφτει. 

Ο Εσταυρωμένος στη Χώρα (17ος αιώνας):  Ο Ναός του Εσταυρωμένου χτίστηκε περί το 1660 από τον Επίσκοπο Κυθήρων Φιλόθεο Δαρμάρο. Από γραπτή μαρτυρία του 1560, φαίνεται ότι προϋπήρχε ναός του Εσταυρωμένου. Στην είσοδο του Ναού υπάρχει εντοιχισμένη κτητορική επιγραφή με το οικόσημο της οικογένειας Δαρμάρου. Ο ίδιος ο Επίσκοπος  Φιλόθεος  έχτισε και την  Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα στη Μονεμβασία. Εντός του Ναού και στο προαύλιο θάβονταν τα μέλη της οικογένειας Δαρμάρου, οι οποίοι είχαν το jus patronato  του Ναού, καθώς και οι λοιποί ενορίτες, μεταξύ των οποίων και πολλοί πρόσφυγες από την Κρήτη και το Μοριά. Ο Ναός είναι καθιερωμένος στη Σταύρωση και η ημέρα του Ναού είναι η Μ. Παρασκευή με το απολυτίκιο «Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου…». Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο Ναός φιλοξενεί, σύμφωνα με ένα παλαιότερο έθιμο, την εικόνα της Μυρτιδιωτίσσης, η οποία είναι το πολυτιμότερο κειμήλιο των Κυθηρίων. Η εικόνα παραμένει στο Ναό μέχρι τη Δευτέρα της Διακαινησίμου και τοποθετείται στο περίτεχνο προσκυνητάρι της, το οποίο είναι  έργο Ζακυνθινού καλλιτέχνη κατά το 1806. 

Είναι μονόχωρος καμαροσκεπής ναός, όχι ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων, με μικρό γυναικωνίτη στον οποίο η πρόσβαση γίνεται με σκάλα από τη θύρα που βρίσκεται στη ΒΔ πλευρά του. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το περίτεχνο ξύλινο τέμπλο του, το  οποίο συντηρήθηκε το 2012. Διαθέτει επίσης μικρό πώρινο κωδωνοστάσιο πάνω από την κύρια είσοδο του ναού στη βόρεια πλευρά του. 

Παναγία Μυρτιδιώτισσα και Παναγία Ορφανή στο Κάστρο της Χώρας:  Ο ναός  της Μυρτιδιώτισσας είναι  του έτους 1580 και  αρχικά ανήκε στο Καθολικό δόγμα εξυπηρετώντας τους λιγοστούς Καθολικούς Βενετούς αξιωματούχους των Κυθήρων . Ήταν γνωστή ως «η Παναγία των Λατίνων». Αργότερα το 1806 εγκαινιάσθη ως  ορθόδοξη επ’ονόματι της Μυρτιδιωτίσσης. Δίπλα είναι η «Παναγία Ορφανή» της οικογένειας  Καλλονά, στην οποία φυλασσόταν η εικόνα και τα κειμήλια της Μονής Αγκαράθου του Ηρακλείου της Κρήτης επί 300 χρόνια, αφότου η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων, δηλαδή το 1669. Στην εκκλησία της Μυρτιδιωτίσσης φυλασσόταν η εικόνα της 2 αιώνες περίπου, για το φόβο των πειρατών. Από το 1842 η εικόνα επέστρεψε στο προσκύνημα των Μυρτιδίων και στο Κάστρο έμεινε ένα αντίγραφο του 1844.  
Διαθέτει κωδωνοστάσιο στη Νότια πλευρά, ενώ έξω απ’ το ναό βρίσκονται παλαιά ενετικά πυροβόλα. 

Άγιος Παντελεήμων στην Παλαιόπολη:  Ο μικρός μονόχωρος Ναός του Αγ. Παντελεήμονα διασώζει αψίδα παλαιοχριστιανικής βασιλικής, είναι καμαροσκεπής, με μεταγενέστερες αντηρίδες στη νότια πλευρά. Στην παρούσα φάση πραγματοποιούνται εργασίες άμεσων μέτρων προστασίας από την 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Έχει  αναδειχθεί το ανατολικό τμήμα του ναού που μάλλον χρονολογείται στον 6ο ή 7ο αιώνα μ.Χ. . Εορτάζει την 27η Ιουλίου και είναι επισκέψιμος κατά την ημέρα αυτή. 



Άγιος Γεώργιος του Βουνού: Συγκρότημα που αποτελείται από δύο Ναούς. Ο ανατολικός Ναός από την παράδοση είναι αφιερωμένος στον Αγ. Γεώργιο, είναι μονόχωρος και στο δάπεδό του σώζεται ψηφιδωτό που έχει χρονολογηθεί στον 7ο αιώνα και αποδίδει σκηνή κυνηγιού. Ο δυτικός μονόχωρος τρουλαίος Ναός, κυθηραϊκού τύπου, (οι ναοί κυθηραικού  τύπου υπάρχουν μόνο στα Κύθηρα και είναι μονόχωροι σε σχήμα κύβου πάνω στον οποίο κτίζεται τρούλος) είναι αφιερωμένος στην Παναγία Μυρτιδιώτισσα και στον Άγιο Νικόλαο (δισυπόστατος Ναός). Στο πρανές του λόφου εντοπίστηκε και αποκαλύφθηκε ιερό κορυφής Μινωικών χρόνων στο οποίο πραγματοποίησε σημαντικές ανασκαφικές έρευνες ο αείμνηστος καθηγητής, κ. Γιάννης Σακελλαράκης.  Βρέθηκαν πολλά μινωικά ειδώλια, κεραμικά και πινακίδα Γραμμικής Γραφής Α’. Οι ανασκαφές συνεχίζονται και σήμερα με τη φροντίδα και ευθύνη του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. 

Άλλες εκκλησίες που μπορεί να δεί ο επισκέπτης στα Κύθηρα είναι ο Άγιος Νικόλας στον Αβλέμονα, ο Άγιος  Θεόδωρος στα Αλοϊζιάνικα, ο Άγιος Θεόδωρος στις  Πιτσινάδες,  ο Άγιος Νικόλαος στο Καλαμίτσι, το Μοναστήρι της Κακής Μέλισσας στο Λιβάδι, η Παναγιά Δέσποινα στον Καραβά, η Παναγιά  Κοντελετού στο Λιβάδι, η Παναγιά στο Κακοπέτρι Χώρας, o Προφήτης Ηλίας στον Μυλοπόταμο, η Εκκλησία του Αγίου Σωτήρα  στα Αρωνιάδικα, Άγιος Νικήτας Καλάμου, κλπ
Επί πλέον, ιδιαίτερου αισθητικού αποτελέσματος είναι πολλά κωδωνοστάσια σε αρκετούς ναούς του 19ου αιώνα. Τέτοια παραδείγματα μπορεί να δει ο επισκέπτης στα Κοντολιάνικα, στα Αλοϊζιάνικα, στο Στραπόδι, στο Κατούνι, στα Κυπριωτιάνικα, στα Αρωνιάδικα  κι αλλού.
Ιδιαίτερα σημαντικό μνημείο είναι και το πέτρινο γεφύρι στο Κατούνι. Διαθέτει 13 τόξα και 12 θυρίδες. Το  μήκος του είναι 110 m, το μέγιστο  ύψος του 15 m και έχει πλάτος 6 m. Κατασκευάστηκε το 1826 και είναι το μεγαλύτερο τεχνικό έργο της εποχής της Αγγλοκρατίας στα Κύθηρα.
Ιδιαίτερα σημαντικό μνημείο είναι ο Φάρος Μουδαρίου. Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1901. Το ύψος του πέτρινου πύργου του ειναι 25 μέτρα και τό εστιακό του ύψος είναι 110 μέτρα. Χτίστηκε από τους Άγγλους για να διευκολύνει τη ναυσιπλοΐα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κυθήρων και Ελαφόνησου. Ο φάρος είναι εγκατεστημένος στο ακρωτήριο Σπαθί το οποίο αποτελεί το βορειότερο σημείο των Κυθήρων, κοντά στην περιοχή Καραβά και δίπλα από την παραλία Αγ. Νικολάου. 




Τέλος, άξια προσοχής είναι τα διατηρούμενα ως σήμερα κτήρια της περιόδου της Αγγλοκρατίας τα οποία χτίστηκαν στο 1ο τέταρτο του 19ου αιώνα για να  λειτουργήσουν ως σχολεία. Τα πιο σημαντικά είναι: Η Μηλαπιδέα ( ΒΔ  του Λιβαδίου), το σχολείο στην Κάτω Χώρα Μυλοποτάμου, στα Φράτσια, στον Όσιο Θεόδωρο που τώρα χρησιμοποιείται ως ηγουμενείο και στον Ποταμό.